άραβος

ἄραβος, ο (Α)
1. το τρίξιμο των δοντιών
2. κρότος, χτύπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ. (πρβλ. άραδος) με επίθημα -βος, η οποία ανήκει στη σημασιολογική ομάδα των λέξεων που δηλώνουν θόρυβο. Πρόκειται για εκφραστικές λέξεις, των οποίων η ετυμολογία δεν είναι σαφής. Το -β- του επιθήματος προέρχεται από ΙΕ χειλικό b ή χειλοϋπερωικό gw και έχει εκφραστική κυρίως αξία (πρβλ. βόμβος, θόρυβος κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἄραβος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄραβος — gnashing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀράβων — Ἄραβος fem gen pl Ἄραβος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄραβον — Ἄραβος masc acc sg Ἄραβος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀράβοιο — Ἄραβος masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράβοιο — ἄραβος gnashing masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀράβοις — Ἄραβος masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράβοις — ἄραβος gnashing masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀράβου — Ἄραβος masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράβου — ἄραβος gnashing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.